Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Νοε 2009

Η Βεντέτα στη Μάνη

Στο κλίμα των σκληρών αγώνων επικράτησης μεταξύ των πατριών (οικογενειών), αναπτύχθηκε η βεντέτα, ο λεγόμενος «γδικιωμός» ή δικιωμός - που αφορούσε αρχικά το σόι ή την οικογένεια και όχι το άτομο - ήταν η τιμωρία μιας πράξης που είχε γίνει σε βάρος της οικογένειας.


Την τιμωρία αποφάσιζε ψύχραιμα ένα οικογενειακό συμβούλιο, ενώ δεν ήταν απαραίτητο να τιμωρηθεί προσωπικά ο ένοχος της πράξης. Η βεντέτα μπορούσε να στραφεί και εναντίον άλλου μέλους της αντίπαλης οικογένειας.


Τα αρσενικά παιδιά της οικογένειας, σε περίπτωση πού ο πατέρας έπεφτε θύμα γδικιωμού, ανατρέφονταν με μοναδικό σκοπό μεγαλώνοντας να πάρουν το αίμα του πίσω. Όταν η εκδίκηση ολοκληρωνόταν, η οικογένεια πού πήρε ικανοποίηση κλεινόταν στο σπίτι της, για να μην προκαλέσει την οικογένεια του σκοτωμένου.


Συχνά στόχος ήταν η ολοκληρωτική εκμηδένιση της αντίπαλης οικογένειας. Το πρώτο κτύπημα δε γινόταν ποτέ απροειδοποίητα η πλευρά που προκαλούσε κήρυσσε επίσημα τον πόλεμο, χτυπούσαν οι καμπάνες, τα δυο αντίπαλα μέρη πήγαιναν στους πύργους τους κι από κει και πέρα κάθε μέσο καταστροφής ήταν επιτρεπτό.


Ο ουδέτερος πληθυσμός του χωριού στο διάστημα που διαρκούσε η βεντέτα ή κρυβόταν ή απομακρυνόταν όσο να τελειώσει ο μικρός πόλεμος.


Σε ορισμένες περιπτώσεις ο κώδικας της βεντέτας επέτρεπε μια προσωρινή ανάπαυλα, την «τρέβα» την εποχή του οργώματος, της σποράς, του θερισμού, του αλωνίσματος και όταν μάζευαν τις ελιές. Τα αντιμαχόμενα μέρη δούλευαν τότε σε γειτονικά χωράφια με νεκρική σιγή και τη νύχτα εφοδίαζαν τους πύργους με τρόφιμα και πυρομαχικά. Ο αγώνας ξανάρχιζε μόλις τέλειωνε η συγκομιδή.


Μια περιορισμένη ανακωχή μπορούσε επίσης να γίνει όταν ένα μέλος των αντιπάλων οικογενειών είχε βαφτίσια, γάμο ή κάτι ανάλογο. Ο συνηθέστερος φυσικά τρόπος με τον οποίο τέλειωνε η βεντέτα ήταν η εκμηδένιση της μιας μερίδας, οπότε τα υπολείμματά της σκορπίζονταν σε άλλα χωριά, αφήνοντας τους πύργους και τα χωράφια τους στο νικητή, ο οποίος έμενε αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος, ώσπου μια άλλη Νυκλιάνικη οικογένεια κατόρθωνε να συγκεντρώσει ή να δημιουργήσει αρκετή δύναμη για να τον προκαλέσει.


Μπορούσε όμως και να μείνει αν ήθελε, στο χωριό η νικημένη παράταξη, αν ζητούσε από το νικητή συγγνώμη με, ένα καθορισμένο τελετουργικό τυπικό. Τα πράγματα ήταν απλούστερα στις περιπτώσεις φόνων δίχως γενικότερες προεκτάσεις, οπότε, ύστερα από μια καθορισμένη, απλούστερη από την προηγούμενη, διαδικασία, ο μετανοημένος φονιάς γινόταν ο ιδιαίτερος προστάτης και ευεργέτης της οικογένειας που αδίκησε όλα αυτά τα θέματα τα τακτοποιούσε ένα τοπικό συμβούλιο, η Γεροντική, μοναδικός Θεσμός, υπό τον μπέη ή τον αρχικαπετάνιο, που φρόντιζε για την τάξη στη Μάνη.


Ένα γεγονός που μπορούσε να συμβιβάσει τα αντιμαχόμενα μέρη ήταν η τουρκική απειλή. Η πιο μακρόχρονη ανακωχή ήταν η γενική τρέβα που ζήτησε ο Μαυρομιχάλης την παραμονή του πόλεμου της Ανεξαρτησίας.


Οι αντιδικίες πάντως συνεχίστηκαν και μετά την απελευθέρωση, αλλά σιγά-σιγά οι προκαταλήψεις και οι διακρίσεις μεταξύ Νυκλιάνων και υποτακτικών διαλύονταν, η παράδοση της βίας όμως συνεχίστηκε, έστω και χωρίς πια τους μεγάλους πόλεμους των Νυκλιάνων.

Το Ανεξάρτητο Κράτος της Μάνης

H έκθεση, τυπωμένη το 1940 στο τυπογραφείο «ΛΑΚΩΝΙΑ» στο Γύθειο, αναπτύσσεται σε 25 πυκνογραμμένες σελίδες μικρού σχήματος. Το τευχίδιο που βρίσκεται στα χέρια μου, είχε δώσει ο ίδιος ο συντάκτης του στον παππού μου, όπως δηλώνεται από την αφιέρωση στο εξώφυλλο: «Στο φίλο και αγαπητό μου κ. Σ. Κουγέαν, Καθ. Πανεπιστημίου. Με αγάπη (υπογραφή) Ν. Γ. Λουμάκος ». Ο πλήρης τίτλος είναι Η ΜΑΝΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΕΝ ΑΥΤΗ, Εἰσήγησις πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Γυθείου. Η μελέτη κινείται σε δύο βασικούς άξονες έναν νομικό και έναν ιστορικό, κάτι που γίνεται σαφές και από τη βιβλιογραφία την οποία παραθέτει στο τέλος του τεύχους.


Μετά από την προσφώνηση την οποία απευθύνει προς τα μέλη του Συλλόγου, ακολουθεί η Εισαγωγή στην οποία εκθέτει το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να διερευνηθεί το θέμα: σημειώνει ότι το Διεθνές Δίκαιο είχε τότε, το 1939, μόλις 150 ετών ζωή και σημειώνει ότι «οι κανόνες αυτού έμειναν εις τας βιβλιοθήκας, αφού και ο παγκόσμιος πόλεμος (1914-1918) δεν έχει ολίγα παραδείγματα παραβάσεων».


Η αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο φωτίζει και εκείνο που ο Λουμάκος θεωρεί την βασική αρχή για τη προβληματική του, δηλαδή όσα ορίζονται από αυτό.


Ακολουθεί ο κύριος κορμός της εισήγησης, η οποία διαιρείται σε τέσσερα κεφάλαια: Α. Διεθνείς τινες κανόνες πολέμου, Β. Η Μάνη έναντι του Διεθνούς κώδικα, Γ. Κρίσεις τινες Δ. Ειδικαί τινες παρατηρήσεις και Ε. Συμπεράσματα. Όπως ήδη αναφέραμε, ακολουθεί η βιβλιογραφία την οποία χρησιμοποίησε ο μελετητής και η οποία αριθμεί 25 τίτλους νομικών και ιστορικών βιβλίων, Ελλήνων και ξένων συγγραφέων.




Α.


Το πρώτο κεφάλαιο διεξέρχεται τους διεθνείς κανόνες πολέμου. Ο συλλογισμός του Λουμάκου εκκινείται από τον καθορισμό του πλαισίου στο οποίο οφείλει να κινηθεί ο προβληματισμός προκειμένου να αναγνωρισθεί το κτητικό δικαίωμα κατακτητή: σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η έγκαιρη κήρυξη του πολέμου, η κατάπαυση του πολέμου και επακολουθούσα ειρήνη, για να διευκρινίσει στη συνέχεια, προκειμένου να δηλωθεί η -σύμφωνα πάντα με το Διεθνές Δίκαιο- συντήρηση της έννοιας του Κράτους σε δύσκολες συνθήκες, ότι «η αδυναμία ή και εφήμερος συμφορά ενός Κράτους δεν συνεπάγεται την καταστροφήν του κράτους τούτου, αλλ’ η παρατεινόμενη αδυναμία και η προφανής ανικανότης του Κράτους καθιστώσιν αυτώ αδύνατον να ζήση επί μακρόν κατά τινα τρόπον ανεξάρτητον».


Το τελευταίο αυτό στοιχείο έχει σημασία διότι από τον τρόπο της εξαφάνισης ενός Κράτους «οριστέος και ο τρόπος της Νομιμότητος της πράξεως του κατακτητού». Όθεν, μία κατάληψη αλλοτρίων εδαφών για να θεωρηθεί ότι δημιούργησε DE JURE κατάσταση, πρέπει κατά γενικό και αρχαιότατο κανόνα να αναγνωρισθεί και παρά του ηττηθέντος.


Εάν όμως δε συμβεί τούτο, έπεται ότι δύο τινά θα επακολουθήσουν: ή σιωπηρή αναγνώριση παρά του υποταχθέντος ή θα λαμβάνουν χώρα εκάστοτε κρούσεις δυναμικής αντιστάσεως, οπότε πιθανόν η κρούση να πετύχει και τότε η ελάχιστη υποχώρηση του κατακτητού «να δύναται ευστόχως να αντιταχθή ως άρνησις της DE JURE κατακτήσεως».


Τέτοιου είδους κατακτήσεις, σημειώνει ο Λουμάκος, καλούνται «Διεθνείς δουλείαι» οι οποίες για να δημιουργήσουν Δίκαιον από τον κατακτητή έχουν ανάγκη προσαρμογής κανόνων, διαφορετικά εάν ο δουλώσας δεν δυνηθεί να αποδείξει την ολοκλήρωση αυτών, τότε πρέπει να θεωρήσουμε ευλόγως ότι «μη πληρωθέντος του κανόνος, δεν δύναται να γίνη λόγος περί μονίμου κυριαρχικής καταστάσεως».


Κυρίαρχη DE FACTO, εξάλλου, δύναται να αναγνωριστεί επίσης μια δύναμη σε περίπτωση που ειρηνικά και «άνευ όπλου αντιδράσεως» επιβάλει τη θέλησή της επί του κυριαρχούμενου, ως θέληση «αυτού τούτου του ANIMUS της Πολιτείας».


Τα πιο πάνω, όμως, ισχύουν επί σχέσεων κρατών. Ήταν η Μάνη κράτος ώστε να ισχύουν και γι’ αυτήν τα πιο πάνω; «Δις ως ηγεμονία κατεστάθη και αναγνωρίσθη. Και ενώ ηδύνατο να ζήση ήρεμος και ήσυχος εν τοις ορίοις αυτής, αντιθέτως την ελευθερίαν της εθεώρη ως απλήν ευχερείαν προς δημιουργίαν δυνατοτήτων ανασυγκροτήσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» απαντά κατά πρώτον ο Λουμάκος και συνεχίζει: «Βεβαίως ταύτα έχουσα πάντοτε ως σκοπόν υπάρξεως αυτής, εθεώρη νομίμως και δικαίως ότι, η Μεγάλη πατρίς ενεσωματούτο εν αυτή και κατά φυσικόν κανόνα ως συνέχεια του Κράτους «εκείνου» να θεωρείται.» Και για του λόγου το αληθές παραπέμποντας στη διαθήκη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επικαλείται ως στοιχείο το ότι το 1821, ο Μπέης-Ηγεμών της Μάνης δεν ενσωμάτωσε αυτή στην Ελλάδα, δια συνθηκών και συμφωνιών, αλλά ενσωμάτωσε αυτή στο μεγαλύτερο τμήμα της Ελληνικής Πατρίδος. Εξάλλου, συμπληρώνει, το ότι ήτο «Κράτος» αποδεικνύεται από το ότι μέχρι τότε δημιούργησε δίκαια δια των αρχηγών αυτής με ξένες δυνάμεις (Ενετία, Γένουα, Νεβέρ, Ναπολέων κλπ.) και ότι «άπασαι αι σχετικαί διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου προσηρμόζοντο και εις αυτήν».




Β.


Ακολουθεί η το κεφάλαιο που επιγράφεται Η Μάνη έναντι του Διεθνούς Κώδικος. Μετά από σύντομη αναφορά στην ιστορία της Μάνης, που εστιάζεται στο φρόνημα των κατοίκων της χερσονήσου, διαπιστώνει ότι στη μετά την Βυζαντινή περίοδο, οι αγώνες των Μανιατών κατά των Τούρκων παίρνουν τα χαρακτηριστικά μόνιμου πολέμου, ενώ οι επιχειρήσεις των Τούρκων κατά των Μανιατών διαδέχονται η μία την άλλη. Στη Μάνη καταφεύγουν μέλη εξεχουσών οικογενειών του Βυζαντίου ενώ το 1571 καταφεύγουν σ’ αυτήν Μωραϊτες για να προετοιμάσουν επανάσταση με στόχο την απελευθέρωση της Πελοποννήσου. Το 1582 ο Πρωτόπαπας της Μάνης Μουρίσκος, στέλνει προς τον πάππα Γρηγόριο τον Γ΄ επιστολή που αφορά στην απελευθέρωση του Έθνους υπογράφοντας ως άρχων 300 χωριών και 60 χωρών.


Ακολουθεί πλήθος αναφορών που καταδεικνύουν την αναγνώριση της Μάνης ως ανεξάρτητης αυτοδιοικούμενης περιοχής από τα άλλα κράτη κατά τους αιώνες που ακολουθούν (17ος – 18ος) και καταλήγει στην αναγνώριση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη από τις ευρωπαϊκές αυλές, στις οποίες απευθύνεται υπογράφοντας «Ηγεμών και αρχηγός του Σπαρτιατικού στρατοπέδου του εν Καλαμάτη», δηλώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον συνεχή αγώνα των Μανιατών για ανεξαρτησία.


Συμπεράσματα μέχρι του σημείου αυτού:


1. Τουρκική κυριαρχία De Jure και De Facto ουδέποτε υπήρξε στη Μάνη.


2. Οι εισβολές στρατιωτικών δυνάμεων δεν δύναται να θεωρηθούν «κατάστασις» αφού κατέληγαν σε καταστροφή των εισβολέων.


3. Τουρκικές αρχές ουδέποτε εγκαταστάθηκαν στην Μάνη, παρά μόνον στρατιωτικές φρουρές προκειμένου να χτιστούν τα κάστρα Ζαρνάτας, Κελεφάς και Πόρτο Κάγιου.


4. Τουρκικές οικογένειες ουδέποτε εγκαταστάθηκαν στα όρια της Μάνης.


5. Νόμοι Τουρκικοί και συνθήκες Τουρκικές προς τρίτους ουδέποτε εφαρμόστηκαν.


6. Στη Μάνη ουδέποτε έλαβε χώρα παιδομάζωμα.


7. Οι δύο συνθήκες μεταξύ Τούρκων και Ενετών, με τις οποίες παρεδίδετο και η Μάνη, έγιναν ερήμην των Μανιατών και μετά από αυτές δεν τόλμησαν οι Τούρκοι να την καταλάβουν.


8. Τούρκοι εισπράκτορες ουδέποτε πάτησαν στη Μάνη.


9. Οι Μανιάτες εφάρμοζαν δικούς τους νόμους.


10. Είχαν δικό τους Μπαϊράκι και ιδιότυπο πολίτευμα.


11. Μόνοι τους επέβαλλαν και εισέπρατταν φόρους –και μάλιστα τελωνειακούς.


12. Δεν συνέταξαν δική τους δύναμη προς Τουρκική εναντίον τρίτου.


13. Η μετά τα Ορλωφικά σχέση της με την Οθωμανική αυτοκρατορία, «δεν την ημπόδιζε [τη Μάνη] να αναπτύσσεται ως «Κράτος» ελεύθερον ίδιον συντηρούν στρατόν, ιδίους δημοσιεύον Νόμους και εν γένει, ελάχιστα αισθανόμενον την αμφίβολον Τουρκικήν υπεροχήν».


14. Δεν ακολουθούσε τις διαταγές της Τουρκικής αρχής.


15. Τα λιμάνια τους οι Μανιάτες τα διέθεταν στους φίλους τους, ενώ τα πλοία των φίλων της Τουρκίας ήσαν εχθρικά.


Να σημειώσουμε ότι ο Λουμάκος στο μεταξύ αντικρούει με στοιχεία τις ενστάσεις οι οποίες έχουν διατυπωθεί στα όσα καταθέτει.




Κεφάλαιο Γ΄


Κρίσεις τινές


«Εκ των ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι η συνεχώς και αδιαλείπτως αγωνιζομένη Μάνη εκατώρθωσε κατά μυρίους τρόπους να διατηρήση την ανεξαρτησία της ώστε να ευσταθή δι’ αυτήν η ιδιότης του Κράτους» και ακολουθεί παράθεση στοιχείων σύμφωνα με τα οποία καταδεικνύεται το νόμιμο να θεωρηθεί η Μάνη ως Κράτος κατά τους αιώνες που ακολουθούν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.




Κεφάλαιο Δ΄


Ακολούθως στο Κεφ. Δ΄ Ειδικαί τινες παρατηρήσεις, αντικρούει τις πιθανές ενστάσεις σχετικά με την αμφισβήτηση της «ολότητας των εδαφών της» καταδεικνύοντας τη συνέχεια της συνθήκης ελευθερίας την οποία απήλαυσαν οι περιοχές Γυθείου-Λίμνης-Πασσαβά.




Τα συμπεράσματα διατυπώνονται στο Κεφ. Ε΄: «Εκ των εκτεθέντων προέκυψε σαφώς και αναντιρρήτως ότι καθ’ όλον τον χρόνον όστις διέρρευσεν από της αλώσεως του Μυστρά, τελευταίας επισήμου Αρχής του Βυζαντίου, μέχρι το 1821 η Μάνη ήτο «Κράτος» ελεύθερον και ανεξάρτητον εξεταζόμενον υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου ως διεμορφώθη και ισχύει σήμερον.»


Και πιο κάτω:


«η Μάνη και κατά τας νυν διατάξεις του Δικαίου, ήτο Κράτος ελεύθερον και ανεξάρτητον και απολύτως δύναται να εφαρμοσθή ο κανών «πάσα Κυρίαρχος πολιτεία επί τοσούτον, υφίσταται, εφόσον διατηρεί καθ’ οιονδήποτε τύπον τους ουσιώδεις όρους και τα στοιχεία πολιτικού συνδέσμου, και επομένως εφ’ όσον διατελεί υπάρχουσα αυτοτελής κοινωνία, ικανή να διατηρείται ως τοιαύτη και δυναμένη να αναγεννάται δια φυσικής των ιδίων αυτής μελών διαδοχής ή και δια των μεταναστεύσεων»


Και μετά την ανεξαρτησία «Μεγάλου Μέρους της Ελληνικής Πατρίδος» έπρεπε να ρυθμιστούν οι τύχες των ιδιωτικών και Δημοσίων περιουσιών, σύμφωνα με τα όσα ισχύουν διεθνώς. Και η δημόσια περιουσία πάσης φύσεως περιέρχεται στην κυριότητα του καταλαβόντος, οι δε ιδιωτικές γίνονται σεβαστές. Και κατ’ αυτόν το τρόπο ρύθμισε τα πράγματα η Ελληνική Πολιτεία και παρέλαβε «μόνον κατά κυριότητα όσα ανήκον τη Τουρκική επικρατεία, τα δε ιδιωτικά προησπίσθησαν αρκούντως, πάντοτε όμως δεν παρέλειπε να εξάρη την Μάνην εξαιρούσα ταύτην Γενικών Ορισμών αφορώντων εθνικάς γαίας εξ εγκαταλείψεως παρ’ Οθωμανικών οικογενειών και του Οθωμανικού Κράτους ως εξής:


1. Σύμβασις (28 Μαρτίου 1835) της επί των Οθωμανικών κτημάτων Ελληνικής Επιτροπής μετά των απεσταλμένων της Υψηλής Πόρτας.


2. Δ. 17 Νοεμβρίου 1836 περί ιδιωτικών δασών


3. Δ. 14 26 Ιανουαρίου 1841 περί μετενοικιάσεως


4. Δ. ΤΠΣΤ 24Μαρτίου 1871 Περί των γενομένων εμφυτεύσεως επί εθνικών γαιών


5. κλπ. κλπ..




Καταλήγει: «εκ των ανωτέρω σαφώς εξάγεται η βούλησις των Νομοθετών όπως εξαιρετικού δικαίου απολαύσωσιν αι επαρχίαι Γυθείου-Οιτύλου ήτοι η επί Τουρκοκρατίας ανεξάρτητος Πολιτεία της Μάνης». Και κατά συνέπεια «δεν είναι δυνατόν εν αυτή να μεταβιβασθώσιν καθ’ οιονδήποτε τρόπον Κρατικαί ή ιδιωτικαί περιουσίαι, επειδή ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΥΠΗΡΞΑΝ τοιαύται» και ως εκ τούτου «η Ελληνική επικράτεια συσταθείσα το 1830 ουδέν έθιξεν των δικαιωμάτων της Μάνης».


Ενδιαφέρον επίσης το σημείο της επιλογικής παραγράφου που σημειώνει ότι το 1821 η Μάνη δεν επανεστάτησεν εναντίον της Τουρκοκρατίας, αλλ’ ως πάντοτε, εκήρυξε τον πόλεμον κατ’ αυτής»… «Το 1821 παρίσταται υπό την μορφήν της επεκτάσεως των συνόρων της Μάνης, ήτις δεν ήτο παρά αυτή η Ελλάς, εν τοιαύτη δε περιπτώσει δεν δύναται να δημιουργήση αυτήν, δηλ. η Ελλ. Επικράτεια, απαιτήσεις επί δικαίων άτινα οι δημιουργοί της DE JURE και DE FACTO εδημιούργησαν…»


Και καταλήγει:


«Κατά ταύτα, ουδέποτε εδημιουργήθη εν Μάνη κατάστασις επιτρέπουσα την δυνατότητα κτήσεως παρά της Ελλ. Επικρατείας, ως διαδόχου της Οθωμανικής τοιαύτης, ακινήτων κτημάτων, και, οι σχετικοί νόμοι δεν δύνανται να έχωσιν εφαρμογήν εν Μάνη.


Γύθειον 22/7/1939.


ο εισηγητής


Νικ. Γ. Λουμάκος


Δικηγόρος»

Mανιάτικο ρητό, 17ος αιώνας.

"O Θεός νά σέ φυλάει από του Βενετσιάνου τή δίκη καί από του Τούρκου τό σπαθί." Mανιάτικο ρητό, 17ος αιώνας.

Η Μανιάτισσα

Γυναίκα λεβεντόκορμη – μελαχροινή σταράτη,περήφανη και λυγερή φιλότιμο γεμάτη

Με μάτια π’ αστραποβολούν με χείλη που χορταίνουν,με φυλλοκάρδια π’ αγαπούν με χέρια που δουλεύουν,

Με περηφάνια, με τιμή, με δόξα ζυμωμένηκι’ αντάμα με τη λευτεριά λεβεντογεννημένη.

Αυτ’ είναι η Μανιάτισσα που κατοικεί στη Μάνη,και νίκησε τον Ιμπραήμ με όπλο το δρεπάνι!

Οι Πειρατές του Οιτιλου

Για κούρσο ετοιμάζομαι, ρε μάνα για να πάω,τον κίνδυνο μοιράζομαι, δεν έχω τι να φάω.

Η φτώχεια με κατάντησε, τα πλοία να κουρσεύω,να περπατώ στα κύματα, εχθρούς μου να μαγεύω.

Αφήνω την σπηλιάκα μου, και την αητοφωλιά μου,μαζί με τα συντρόφια μου, και την αρματωσιά μου.

Ξανοίγομαι στα πέλαγα, στης βάρκας μου το χάδι,και σαν γυρνώ στο Βοίτυλο, την κουβαλά καράβι.

Ανθρώπους δεν σκοτώνουμε, πεθαίνουν απ’ τον τρόμο,άλλοι βουτούν στην θάλασσα ανοίγοντας τον δρόμο.

Και το καράβι παρατούν, στα χέρια τα δικά μας,και ’μεις ανοίγουμε πανιά, να πάμε στην σπηλιά μας.

Την κουρελού να στρώσουμε, και φως με την λυχνάρα,τον κούρσο να μοιράσουμε, χωρίς φωνή κι αντάρα.

Η φτώχεια τους κατάντησε, τα πλοία να κουρσεύουν,ολημερίς στα πέλαγα, τον κούρσο τους γυρεύουν.

Αν τύχη και με πάρουνε τα όπλα των εχτρών μου,στο Βοίτυλο μη κλάψουνε, στους πύργους των δικών μου.

Από μικροί ’μεις μάθαμε, θάνατο ν’ αψηφάμε,και μες την μάνα θάλασσα, να ζήσουμε ζητάμε.

Εκεί θ’ αφήσω την πνοή, που μου ’δωσε η φύση.και το ταλαίπωρο κορμί, τα ψάρια θα ταΐσει.

Η κατάσταση στη Μάνη τον 17ο αιώνα


Παρόλες τίς αποτυχίες (16ος αι.) των Ελλήνων γιά απαλλαγή από τήν οθωμανική κυριαρχία, παρατηρήθηκαν, στίς πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα, νέες επαναστατικές ζυμώσεις, νέες συνομωσίες καί νέες εξεγέρσεις. Διασώζονται πολλές επιστολές οι οποίες απευθύνονταν κυρίως πρός τούς Ισπανούς, τόν πάπα αλλά καί άλλους Ευρωπαίους ηγεμόνες, μέ τίς οποίες οι υπόδουλοι Ρωμιοί καλούσαν γιά βοήθεια τούς "αδελφούς χριστιανούς". Από τήν Κύπρο ιδιαίτερα, επανειλημμένα ταξίδεψαν απεσταλμένοι πρός τήν Ισπανία αλλά καί πρός τόν οίκο της Σαβοΐας, γιά νά παρακινήσουν τούς ηγεμόνες νά στείλουν στρατό καί πλοία καί νά καταλάβουν τη Μεγαλόνησο. Οι ηγεμόνες της Σαβοΐας θεωρούσαν τούς εαυτούς τους κληρονόμους του βασιλείου της Κύπρου, τό οποίο κατείχε τόν 15ο αιώνα ο Κάρολος Α' δούκας της Σαβοΐας, καί μάλιστα είχαν προσπαθήσει νά νοικιάσουν τήν Κύπρο από τό σουλτάνο, έναντι ετήσιας φορολογικής αποζημίωσης. Ο Πέτρος Γουνέμης, διερμηνέας του πασά της Κύπρου, έγραψε τήν ακόλουθη επιστολή πρός τόν δούκα της Σαβοΐας (Οκτώβριος 1608):

"Υψηλότατε δούξ της Σαβοΐας. Γνωρίζων τό φιλελεύθερον φρόνημα των Χριστιανών της νήσου Κύπρου, αφωσιωμένων εις τήν υμετέραν υψηλότητα, ως αρχαίον κυρίαρχον του ληχθέντος βασιλείου, ήδη όμως ευρισκομένων υπό τήν τυραννίαν των κυνών τούτων Τούρκων, καθικετεύω υμάς νά συνεννοηθήτε μετά της Α. Μεγαλειότητος του βασιλεώς της Ισπανίας Φιλίππου Γ', εις έκδοσιν διαταγών καί βοηθειών πρός απελευθέρωσιν των πτωχών τούτων Χριστιανών από της δουλείας του τυράννου, διότι είναι μεγάλη αμαρτία τοιούτον βασίλειον να ευρίσκηται εις χείρας των Τούρκων..."

Μετά τήν εξέγερση του οπλαρχηγού Βίκτορα Ζεμπετού, ακολούθησαν καί άλλες επιστολές μέ τούς ίδιους αποδέκτες καί μία μάλιστα επιστολή (1609) υπογράφεται από τόν Χριστόδουλο αρχιεπίσκοπο Κύπρου καί από τούς επισκόπους Λεμεσού, Αμμοχώστου, Πάφου, Κυρήνης, Λευκάργων, Λάρνακος καί Αμαθούντος: "...παρακαλούμε τήν υψηλότητα σου νά δώση ορδινίαν καί βοήθειαν νά ελευθερώση ετούτον τόν τόπον από τά χέρια των τυράννων πού παίρνουν τά παιδιά μας από τάς αγκάλας μας..." Οι ηγεμόνες της Σαβοΐας ουδέποτε τόλμησαν νά αποστείλουν βοήθεια πρός τό νησί της Αφροδίτης, ενώ αλλαζονικά σκεφτόμενοι πρόσθεταν στόν τίτλο τους καί τό "Βασίλειον της Κύπρου", σέ όλη τή διάρκεια του 17ου αιώνα. Αντίστοιχη αλληλογραφία πρός τούς Λατίνους, μέ αυτή των Κυπρίων, ήταν καί των Μανιατών, οι οποίοι καί στίς αρχές του 17ου αιώνα διατηρούσαν τήν αυτονομία τους, ενώ τά λιμάνια τους ήταν στή διάθεση των στόλων των Ισπανών αντιβασιλέων της Νεάπολης (Napoli) καί της Σικελίας, καθώς καί των ιπποτών της Μάλτας. Μάλιστα ο Αρσλάν πασάς, αφού απέτυχε μέ τή βοήθεια του προσκυνημένου Τσιγάλα, νά νικήσει τούς Μανιάτες, φοβούμενος τήν οργή του σουλτάνου, του δήλωσε ότι πέτυχε νά υποτάξει τή Μάνη καί νά τή θέσει υπό τό καθεστώς φορολογικής υποτέλειας.


Εκείνο τόν καιρό ένας τοπικός Γάλλος ηγεμόνας, ο Κάρολος Γονζάγα δούκας του Νεβέρ, διέτρεχε τήν Ευρώπη, σέ μία προσπάθεια νά πείσει τούς Φράγκους ηγέτες νά του αναθέσουν τήν αρχηγία εκστρατείας μέ σκοπό τήν απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης. Ο δούκας του Νεβέρ, ήταν απόγονος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου (1282-1328) από έβδομη γενιά, καί διεκδικούσε τόν βυζαντινό θρόνο. Ολόκληρο τό αρχείο μέ τήν αλληλογραφία τού δούκα τό διέσωσε ο Γάλλος ιστορικός Bucher, καί αυτό περιλαμβάνει πολύτιμες πληροφορίες όχι μόνο γιά τή δράση των Μανιατών, αλλά καί γιά τά ήθη καί έθιμά τους, κατά τή διάρκεια της εποχής εκείνης. Ο δούκας του Νεβέρ είχε συνομιλίες γιά τό ζήτημα της οργάνωσης σταυροφορίας μέ τόν δούκα της Τοσκάνης Κόσιμο Β', τόν αυτοκράτορα της Γερμανίας Ματθία, τόν πάπα Παύλο Ε', τόν βασιλιά της Δανίας Χριστιανό Δ', τόν βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΓ', τή βασιλομήτορα Μαρία των Μεδίκων, τόν δόγη της Βενετίας καί κυρίως μέ τόν πανίσχυρο βασιλέα της Ισπανίας, Φίλιππο Γ΄. Πρόσφορο έδαφος γιά τήν απόβαση στρατιωτών ήταν τότε μόνο η ελεύθερη Μάνη, η οποία διέθετε ετοιμοπόλεμο στρατό μέ άσβεστο το μίσος κατά του κατακτητή. Διασώζονται λοιπόν στό πολύτιμο αρχείο του δούκα, εκτός των άλλων καί οι επιστολές πού αντάλλαξε μέ τόν μητροπολίτη Λακεδαιμονίας Χρύσανθο Λάσκαρι καί μέ τόν επίσκοπο Μαΐνης Νεόφυτο. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα τέτοιας επιστολής, διορθωμένο από τό πλήθος των ανορθογραφιών καί των συντακτικών λαθών (Οκτώβριος 1612):

"Εντιμώτατε, ενδοξώτατε κουμπάρε σινιόρ Τζούαν, Καβαλιέρ Φράτζης καί Μάλτης, δέομαι του παναγάθου Θεού ίνα σέ εύρη η γραφή μας καλά καί ταχέον, μή βραδύνεις, διά τό όνομα του Χριστού καί τώρα θέλω νά σέ ιδώ αν είσαι Χριστιανός καί φίλος....Ο Θεός θέλει ευλογήσει τό έργο σου ως καταγομένου από τού οίκου των Παλαιολόγων, τελευταίων καί νομίμων αυτών Χριστιανών βασιλέων...ΝΕΟΦΥΤΟC TAΠHNOC ΕΠHΣΚΟΠΟC MANIHC"

Ο ακούραστος δούκας ταξίδεψε καί σέ πολλές τουρκοκρατούμενες περιοχές όπως Σερβία, Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Αλβανία καί Βοσνία όπου συναντήθηκε μυστικά μέ ντόπιους συνομώτες. Τό 1615 απέστειλλε στόν βασιλέα της Ισπανίας Φίλιππο Γ' λεπτομερές υπόμνημα, στό οποίο εκθέτει τή συμφωνία αυτού καί των Μανιατών, σέ περίπτωση πού η Μάνη αποκτούσε τήν ανεξαρτησία της:

"Υπόσχονται οι κάτοικοι του βραχίονος της Μάνης, Οιτύλου, Γυθείου καί Καλαμάτας εν πλήρει ενώσει νά υποστηρίξωσι τήν κάθοδον εις τήν χώραν των της Αυτού Εξοχότητος μέ δέκα χιλιάδας άνδρας ωπλισμένους καί διατρεφομένους δι'εξόδων των, εφ'όσον ο πόλεμος του Μωρέως διαρκέση. Αμα τη ειδοποιήσει της χριστιανικής στρατιάς θά διανείμωσι τούς άνδρας των εις τρίς στρατεύματα, τό έν διά νά κυριεύση τήν Κορώνην, τό άλλο τόν Μυστράν ή Λακεδαιμονίαν καί τό τρίτον διά νά καταστήση ισχυράν τήν θέσιν επί του λιμένος του Πορτοκάγιο....Κατόπιν αυτών, πάντες οι κυριώτεροι αρχηγοί των Ελληνικών οικογενειών μέ τούς οπαδούς των καί τάς φυλάς των καί μέ τούς αναγκαστικώς εξ αυτών γενομένους γενίτσαρους Τούρκους [εννοεί τούς αρματολούς], υπόσχονται μέ τούς υπογεγραμμένους εις τά άρθρα επισκόπους καί πρωτοπαπάδες νά είναι έτοιμοι εις τά συνθήματα τά οποία θέλουν τους δοθή εις τήν χώραν της Μάνης τά ακόλουθα: νά κόψουν τόν λάρυγγα των Τούρκων, νά λάβουν τά όπλα των καί τούς ίππους των διά νά ευρεθώσι ταχέως εκεί όπου παραστή πολεμική ανάγκη. Επιπλέον υπόσχονται ότι θά προμηθεύσωσιν 60 χιλιάδας άνδρας αόπλους οίτινες θά μεταβωσι όπου διαταχθώσι αφού ορκισθώσιν επισήμως επί του ιερού ευαγγελίου.Ο δούκας του Νεβέρ υποσχέθηκε σέ αυτούς τά κάτωθι:α. Η αίτησις των όπως επιτραπή εις αυτούς νά ζώσιν εν ελευθερία συνειδήσεως γίνεται δεκτή.β. Ολα τά κτήματα τά οποία ηρπάγησαν υπό των Τούρκων καί των Ιουδαίων, επί τη βάσει των τίτλων ιδιοκτησίας, θά τοίς αποδοθώσιν. [επιβεβαίωση ότι κατακτητές ήταν τόσο οι Τούρκοι όσο καί οι Εβραίοι].γ. Θά είναι ελεύθεροι παντός φόρου επί των κληρονομιών, εμπορευμάτων καί τροφίμων.δ. Τά λύκεια καί αι παλαιαί ακαδημίαι της Λακεδαίμονος θά επανιδρυθώσι [επιβεβαίωση ότι δέν λειτουργούσε οργανωμένη εκπαίδευση στά χρόνια της τουρκοκρατίας].ε. Θά ιδρυθώσι νοσοκομεία διά τούς τραυματίας. ..."

Αλλά όπως συνέβαινε καί συμβαίνει, κανένας Φράγκος ηγέτης δέν ήταν διατεθειμένος νά ασχοληθεί σοβαρά μέ τήν απελευθέρωση των υπόδουλων χριστιανών καί έτσι οι δυστυχισμένοι Μανιάτες μάταια περίμεναν συμμαχικό στόλο νά εμφανισθεί σέ κάποιο από τά λιμάνια τους. Φυσικά οι Τούρκοι ήταν ενήμεροι γιά τά τεκταινόμενα καί ετοίμαζαν νέα εισβολή στήν χερσόνησο της Μάνης. Ο δούκας Γονζάγα απογοητευμένος από τήν απροθυμία των Ευρωπαίών, πήγε στό Παρίσι καί ίδρυσε τό 1616, τό "τάγμα της χριστιανικής στρατιάς" (Milice Chretienne), μέ σκοπό νά ενώσει τούς λαούς της Ευρώπης ώστε νά εργαστούν γιά τήν απελευθέρωση των ομοθρήσκων τους. Οργανωτής αυτού του τάγματος ήταν ο καπουκίνος πατήρ Ιωσήφ (Pere Joseph de Paris) καί αρχηγός ανακυρήχθηκε ο δούκας του Νεβέρ. Μάλιστα ο πατήρ Ιωσήφ έγραψε πολλά βιβλία γιά νά παρακινήσει άνδρες νά καταταγούν στό τάγμα του καί δύο από αυτά είναι η "Τουρκιάδα" (5000 στίχων) καί "Complainte de la pauvre Grece". Πολλοί ιππότες έσπευσαν νά καταταγούν στό τάγμα αυτό, τόσο λόγω θρησκευτικού φανατισμού όσο καί λόγω τυχοδιωκτικού πνεύματος. Οπότε η ιστορία επαναλήφθηκε καί τό 1618 ο δούκας έστειλε πάλι στή Μάνη τόν κόμη Σατωρενώ (Chateaurenault) ο οποίος συνοδεύονταν από τόν Μανιάτη Πέτρο Μέδικο. Οι δύο άνδρες συνάντησαν όλους τούς πρόκριτους καί τούς αρχιερείς καί τούς αναζωπύρωσαν πάλι τόν πόθο γιά τήν απελευθέρωση της πατρίδας τους. Οι Μανιάτες συνέταξαν καί παρέδωσαν στούς απεσταλμένους του δούκα τήν παρακάτω επιστολή η οποία θεωρείται πρότυπο φιλοπατρίας καί αγάπης πρός τό Ελληνικό Γένος:"Υψηλότατε αυθέντη δούκας της Ναβερσίας ΠαλαιολόγοΕγροικήσαμεν μέ μεγάλη χαράν καί αγαλλίασιν από τόν εκλαμπρότατο Κόντε ντί Καστέλ-Ρινάρδον, μαζί μέ τόν εκλαμπρότατον σινιόρ Πιέρο ντέ Μέδιτσι, σύντροφός του καί συμπατριώτης μας, τήν αγάπη της υψηλοτάτης σου αφεντίας, όπου έχει διά τό γένος των Ρωμαίων, καί του οποίου ευχαριστούμεν, νά σού δώση ο Θεός χάριν νά ελευθερώσης μέ νίκες καί δύναμες.Είμεσθεν πρόθυμοι νά προσκυνήσουμε τήν Αλτέτζα σου, καί νά τήν ακολουθήσουμε, καί νά χύσουμε τό αίμα μας διά τήν αγάπην του εσταυρωμένου Χριστού. Μέ τούτο έχουμε δύναμιν καί εμπιστοσύνην από τόν γαληνότατον καί Χριστιανικώτατον Ρήγαν, να μή μας εξαφήση καί χαθούμε, εμείς καί τά παιδιά μας. Οτι τώρα δέν είναι ωσάν άλλες βολές αμή τώρα αν μας νικήση ο Αγαρηνός δέν είναι νά αφήση ψυχή από τόν κόσμον ετούτον..... " Ο κόμης Σατωρενώ έκανε περιοδία σέ ολόκληρη τήν Πελοπόννησο καί συνέταξε υπομνήματα πρός τόν δούκα, τά οποία ευτυχώς διασώθηκαν καί αποκαλύπτουν πολλά στοιχεία γιά τή Μάνη του 17ου αιώνα, όπως είναι τά γεωργικά της προϊόντα (σιτάρι, οίνος, μετάξι, λινά, ζώα), τη γεωγραφική κατανομή των χωριών καί των οικογενειών (Οίτυλο μέ 400 οικογένειες, Κελεφά μέ 300, Ζαρνάτα μέ 90 κλπ), τά κάστρα καί τά λιμάνια κ.α. Τελικά από όλα τά μεγαλεπήβολα σχέδια του δούκα του Νεβέρ, απέμειναν μόνο τά έγγραφα της αλληλογραφίας, ως μνημεία μίας ευγενικής προσπάθειας πού έγινε στίς πιο δυστυχισμένες ημέρες του Ελληνικού έθνους. Τό όνειρο των Μανιατών δέν έγινε πραγματικότητα, τό χριστιανικό τάγμα διαλύθηκε καί ένας στολίσκος έξι πλοίων, πού ετοιμάστηκε από τόν δούκα, κάηκε μυστηριωδώς πρίν αποπλεύσει από τά λιμάνια της Ιταλίας τό έτος 1621.

Διονύσιος Σκυλόσοφος (1611)

Δραστηριότητα συνομωτική ανέπτυξε ο μητροπολίτης Τιρνόβου Βουλγαρίας Διονύσιος Ράλλης Παλαιολόγος, γύρω στά 1600. Ο Διονύσιος ήταν επίσης ανηψιός του γνωστού φαναριώτου Μιχαήλ Καντακουζηνού του επονομαζόμενου "Σειτάνογλου", καί ήταν γόνος αριστοκρατικής γενιάς, κάτι πού του επέτρεψε νά ταξιδέψει στήν Ευρώπη, νά σπουδάσει στή Ρώμη, νά εργαστεί ως καθηγητής στήν Πολωνία καί τελικά νά διοριστεί μητροπολίτης στή Βουλγαρία από τόν πατριάρχη Ιερεμία Β'. Ο Διονύσιος ήταν ανήσυχο πνεύμα καί ήρθε σέ επαφή μέ πολλούς κληρικούς καί λαϊκούς, οι οποίοι μοιράζονταν τόν πόθο γιά ελευθερία καί απαλλαγή από τόν Οθωμανό κατακτητή. Ενας από αυτούς ήταν ο ηγεμόνας της Βλαχίας Μιχαήλ ο Γενναίος, ο οποίος εισέβαλε στή Βουλγαρία καί νίκησε τούς Τούρκους στή Νικόπολι. Μετά όμως από τό θάνατό του Μιχαήλ τό 1601, ο Διονύσιος μένοντας χωρίς στήριγμα ταξίδεψε στή Βενετία, τή Βιέννη, τήν Πράγα, τή Μόσχα, έχοντας πάντα κατά νού, τήν απελευθέρωση όλων των βαλκανικών λαών. Αργότερα τά ίχνη του χάθηκαν, αλλά ο Διονύσιος μπορεί νά θεωρηθεί ένας οραματιστής μίας παμβαλκανικής εξέγερσης εναντίον του σουλτάνου, όπως θά θεωρούνταν δύο αιώνες αργότερα ο Ρήγας Βελεστινλής. Από τίς πιό αξιόλογες επαναστατικές κινήσεις στίς αρχές του 17ου αι. είναι οι δύο εξεγέρσεις (Θεσσαλία καί Ήπειρο) πού οργάνωσε ένας άλλος ιερωμένος, ο μητροπολίτης Λαρίσης - Τρίκκης Διονύσιος Β', ο επονομαζόμενος "Φιλόσοφος" ή "Σκυλόσοφος". Ο Διονύσιος καταγόταν από σχετικά εύπορη οικογένεια καί σέ νεαρή ηλικία έγινε μοναχός στή μονή Αγίου Δημητρίου του Διχούνη, κοντά στό Κεράσοβο Θεσπρωτίας. Αργότερα σπούδασε στήν Ιταλία φιλολογία, φιλοσοφία καί ιατρική καί στήν πολύπλευρη μόρφωσή του οφείλεται η επωνυμία του "Φιλόσοφος". Επί της πατριαρχίας του Ιερεμία Β' του Τρανού, ο Διονύσιος αναφέρεται ως μέγας αρχιδιάκονος, έπειτα ως πρωτοσύγκελλος στόν Γαλατά καί τέλος ως έξαρχος μέ αποστολή στίς εκκλησίες της Θεσσαλίας, Ηπείρου καί Πελοποννήσου. Ο Διονύσιος τό 1600 ήταν μητροπολίτης στά Τρίκαλα καί βρισκόταν σέ επαφή μέ κλεφταρματολούς της Πίνδου, ενώ διατηρούσε καί αλληλογραφία μέ τόν αυτοκράτορα της Αυστρίας Ροδόλφο Β'. Η επανάσταση του Διονυσίου στή Θεσσαλία τό 1600, απέτυχε καί ακολούθησαν σκληρά αντίποινα των Τούρκων. Ανάμεσα στά θύματα ήταν καί ο Σεραφείμ αρχιεπίσκοπος Νεοχωρίου καί Φαναρίου που ανακυρήχθηκε από τήν εκκλησία νεομάρτυρας. (Τό μαρτύριο του Σεραφείμ περιγράφεται μέ λεπτομέρειες από Ηπειρώτη χρονογράφο καί σύμφωνα μέ αυτόν ζητήθηκε από τό νεομάρτυρα νά γίνει μουσουλμάνος γιά να σωθεί. Οταν αυτός αρνήθηκε, βασανίσθηκε γιά πολλές ημέρες από τόν Χαμουζά μπέη, καί στό τέλος παλουκώθηκε). Ο Διονύσιος μετά τήν αποτυχία του κινήματος κατέφυγε στήν Ιταλία ενά καθαιρέθηκε από τό Οικουμενικό Πατριαρχείο στίς 15 Μαΐου 1601 ως "τολμηρώς καί αλογίστως αποστασίαν μελετήσας κατά της βασιλείας του πολυχρονίου Μεχμέτ". Στή Δύση, ο Διονύσιος συνέχισε νά αγωνίζεται γιά νά εξασφαλίσει βοήθεια γιά τήν απελευθέρωση των συμπατριωτών του, ενώ φέρεται νά προέβη σέ πλαστογραφία εγγράφων γιά νά γίνει πιστευτός. Τό 1602 απηύθυνε έκκληση πρός τόν αυτοκράτορα της Γερμανίας καί τό καλοκαίρι του 1603 έφθασε στήν Ισπανία, μαζί μέ τούς Σταύρο Αψαρά, Εμμανουήλ Ηγούμενο καί Σκαρλάτο Μάτσα, γιά νά συναντήσει τόν βασιλιά Φίλιππο Γ'. Αποτέλεσμα αυτής της επίσκεψης ήταν η δραστηριοποίηση στήν σκλαβωμένη Ελλάδα, πολλών Ισπανών πρακτόρων, οι οποίοι κατέφθαναν κυρίως από τό Ισπανικό βασίλειο της Νεαπόλεως. Ο Διονύσιος επέστρεψε κρυφά στό μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου του Δηχούνη στά 1609, συνεχίζοντας αν καί ηλικιωμένος (65 ετών) νά μεταδίδει τόν πόθο γιά τήν φλόγα της ελευθερίας στούς απλούς χωρικούς. Ομως βρήκε ισχυρή αντίδραση από τουρκόφιλη μερίδα, κυρίως κληρικών, οι οποίοι μέ επικεφαλής τόν μοναχό Μάξιμο τόν Πελοποννήσιο, τόν κατηγορούσαν καί τόν χλεύαζαν ώστε νά τόν υποτιμήσουν στά μάτια του απλού λαού. Ο επαναστατικός αναβρασμός όμως εξαπλώθηκε στήν Ήπειρο στούς κατοίκους χωριών καί κωμοπόλεων ενώ ξεχώρισαν γιά τήν δράση τους ο γραμματικός του Οσμάν πασά των Ιωαννίνων Λάμπρος, ο Ντελή Γιώργος καί ο Ζώτος Τσίριπος από τήν Παραμυθιά. Τόν Σεπτέμβριο του 1611, χίλιοι γεωργοί καί βοσκοί μέ ακόντια καί τόξα όρμησαν στά τουρκοχώρια Ζαραβούσα καί Τουρκογρανίτσα καί κατέσφαξαν τούς κατοίκους τους. Επειτα κινήθηκαν στά Ιωάννινα καί τή νύκτα της 11ης Σεπτεμβρίου ξεχύθηκαν στην πόλη ψάλλοντας "Κύριε ελέησον" καί φωνάζοντας "χαράτζι χαρατζόπουλον", ειρωνευόμενοι τούς τουρκικούς φόρους ενώ πυρπόλησαν τό διοικητήριο του Οσμάν πασά, ο οποίος όμως κατόρθωσε νά διαφύγη. Τήν επόμενη μέρα ο πασάς επανήλθε καί μέ λίγους ιππείς, χριστιανούς σπαχήδες καί μέ τούς τουρκόφιλους κληρικούς, οπαδούς του Μαξίμου, διέλυσε εύκολα τούς επαναστάτες. Ο Διονύσιος κρύφτηκε στή σπηλιά της εκκλησίας του Ιωάννου του Προδρόμου, όπου τόν ανακάλυψε καί τόν κατέδωσε κάποιος Εβραίος. Ο Διονύσιος γδάρθηκε ζωντανός, τό δέρμα του τό γέμισαν μέ άχυρα καί αφού τό περιέφεραν από πόλη σέ πόλη τό έστειλαν μαζί μέ 85 κεφάλια στόν σουλτάνο. Τούς συνεργάτες του Διονύσιου τούς συνέλαβαν καί αυτούς, τούς σούβλισαν καί τούς έψησαν ζωντανούς. Οι σφαγές καί η τρομοκρατία απλώθηκαν σέ ολόκληρη τήν Ήπειρο, τό μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου κατασκάφτηκε καί οι χριστιανοί πού ζούσαν στό κάστρο των Ιωαννίνων εκδιώχθησαν.